Αναισθησιολογία

Σημείωση: Προσοχή στην ορθογραφία και τον τονισμό των λέξεων αναζήτησης

ΕλληνικάEnglish (United Kingdom)

Αναισθησιολογία

Για να κατεβάσετε το άρθρο σε μορφή κειμένου πατήστε εδώ (Άρθρο)

Η αναισθησιολογία στην πράξη

Ο πρώτος που φαίνεται να χρησιμοποίησε τον όρο αναισθησία ήταν ο Ελληνας φιλόσοφος Διοσκουρίδης, κατά τον πρώτο αιώνα π.Χ.. Μεταγενέστερα (1871), χρησιμοποιείται η φράση «αναστολή των αισθήσεων». Η σημερινή χρήση του όρου, που υποδηλώνει μια κατάσταση ύπνωσης, στην οποία είναι δυνατή η πραγματοποίηση χειρουργικής επέμβασης χωρίς πόνο, αποδίδεται στον Oliver Wendel Holmes (1946). Η πρακτική εφαρμογή της αναισθησιολογίας τον εικοστό και τον εικοστό πρώτο αιώνα έχει πλέον επεκταθεί σε τομείς πέρα από την πραγματοποίηση ανώδυνων χειρουργικών επεμβάσεων. Η μοναδικότητα της ειδικότητας συνίσταται στο ότι απαιτεί εξοικείωση με το αντικείμενο πολλών άλλων ειδικοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των χειρουργικών υποειδικοτήτων, της γενικής παθολογίας, της παιδιατρικής καθώς επίσης και της κλινικής φαρμακολογίας της εφαρμοσμένης φυσιολογίας και της βιοιατρικής τεχνολογίας.

Ο ρόλος του αναισθησιολόγου στη χειρουργική ομάδα

Η αξιολόγηση, η εκτίμηση και η προετοιμασία του ασθενούς ωστε να λάβει αναισθησία, η εξάλειψη του πόνου κατά τη διάρκεια χειρουργικών επεμβάσεων και η εκτίμηση, η μελέτη, η παρακολούθηση και αποκατάσταση των ασθενών περιεγχειρητικά, αποτελούν σε γενικές γραμμές το πεδίο δράσης του αναισθησιολόγου.
Ο αναισθησιολόγος καλείται να παρέχει άριστες συνθήκες στο χειρουργικό πεδίο, ώστε το τεχνικό μέρος της επέμβασης να έχει το καλύτερο αποτέλεσμα στο μικρότερο δυνατό χρόνο. Ταυτόχρονα, οφείλει να φροντίσει, ώστε ο ασθενής που οδηγείται στο χειρουργείο να βρίσκεται στην καλύτερη δυνατή γενική κατάσταση και να παραμείνει σε αυτήν και μετά την επέμβαση, είτε γίνει υπό γενική αναισθησία είτε υπό ενδοφλέβια καταστολή.

Προεγχειρητική εκτίμηση - αξιολόγηση - προετοιμασία - πληροφόρηση

Σκοπός της προεγχειρητικής αξιολόγησης είναι να ελαττώσει την περιεγχειρητική νοσηρότητα και θνησιμότητα. Έτσι, ανεξάρτητα από τη βαρύτητα της προγραμματισμένης επέμβασης, οι στόχοι της συζήτησης ή και συνάντησης του αναισθησιολόγου με τον ασθενή, αν αυτό κριθεί αναγκαίο, είναι:

* να ενημερωθεί ο ασθενής για την αναισθησία, την περιεγχειρητική φροντίδα, την αναλγησία και την ανάνηψη από την αναισθησία

* να αποκομίσει ο ιατρός τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με το ιατρικό ιστορικό του ασθενούς (υποκείμενες νόσοι, λήψη φαρμάκων, αναφερόμενες ή τεκμηριωμένες αλλεργίες) και τον τρόπο ζωής του (χρήση καπνού, χρήση αλκοόλ, λήψη ουσιών)

* να διευκρινίσει ο αναισθησιολόγος τις απαραίτητες εργαστηριακές εξετάσεις καθώς και να ζητήσει τη συμβολή άλλων ιατρικών ειδικοτήτων

* να επιλέξει ο ιατρός το σχέδιο της αναισθησίας, λαμβάνοντας υπόψη το ιατρικό ιστορικό, τα αποτελέσματα του εργαστηριακού ελέγχου, το είδος και τη φύση της προγραμματισμένης επέμβασης και την επιθυμία του ασθενούς

* να απαντήσει ο αναισθησιολόγος σε όποιο ερώτημα τίθεται από τον ασθενή ενημερώνοντάς τον κατάλληλα

Η παρουσία και η σοβαρότητα γνωστών υποκείμενων ιατρικών προβλημάτων όπως σακχαρώδης διαβήτης, αρτηριακή υπέρταση, χρόνιες παθήσεις πνευμόνων (βρογχίτιδα, άσθμα, εμφύσημα), παθήσεις θυροειδούς νεφροπάθειες κ.α., καθώς και η λήψη φαρμάκων πρέπει να διερευνούνται. Αυτό επιτυγχάνεται με τη στενή συνεργασία του αναισθησιολόγου με τους θεράποντες ιατρούς του ασθενούς άλλων ειδικοτήτων (καρδιολόγο, πνευμονολόγο, ενδοκρινολόγο κ. α.), οι οποίοι γνωρίζουν πολύ καλά την κατάσταση της υγείας του και μπορούν να συμβάλλουν ουσιαστικά, στην προεγχειρητική προετοιμασία.
Όταν ένας ασθενής είναι νέος και με ελεύθερο ιστορικό (δεν πάσχει από καμία νόσο και δεν παίρνει κανένα φάρμακο), η συζήτηση με τον αναισθησιολόγο στοχεύει στη λύση του άγχους που φυσιολογικά διακατέχει έναν κατά τα άλλα υγιή άνθρωπο που έρχεται σε επαφή με νοσοκομειακό περιβάλλον. Ο προεγχειρητικός εργαστηριακός έλεγχος είναι αδρός (μέτρηση του αιματοκρίτη, της αιμοσφαιρίνης, των ηλεκτρολυτών, της πηκτικότητας του αίματος, διενέργεια απλού ηλεκτροκαρδιογραφήματος και απλής ακτινογραφίας θώρακος) και ο λόγος που πραγματοποιείται είναι η επιβεβαίωση της άριστης κατά τα λοιπά υγείας του χειρουργικού ασθενούς.
Η χρήση καπνού είναι ακόμα πολύ διαδεδομένη στη χώρα μας και αφορά σε μεγάλη ηλικιακή γκάμα. Είναι καλά τεκμηριωμένο σήμερα, ότι το κάπνισμα αυξάνει τον κίνδυνο των μετεγχειρητικών επιπλοκών από το αναπνευστικό σύστημα. Οι μελέτες που έχουν γίνει διεθνώς και αφορούν ασθενείς καπνιστές που υποβάλλονται σε γενική αναισθησία, δείχνουν ότι είναι επιβεβλημένος ο περιορισμός του καπνίσματος στο μισό, τουλάχιστον μία εβδομάδα πριν το χειρουργείο. Πέραν αυτού, η πλήρης διακοπή του για 12 τουλάχιστον ώρες πριν την επέμβαση, είναι εξαιρετικά επωφελής γιατί έτσι ελαχιστοποιείται η ποσότητα του μονοξειδίου του άνθρακα (αέριο που εισπνέουν οι καπνιστές από τον καπνό του τσιγάρου μαζί με τη νικοτίνη) στο αίμα. Έτσι, ομαλοποιείται η ικανότητα του αίματος να μεταφέρει οξυγόνο στον εγκέφαλο και τα υπόλοιπα ζωτικά όργανα, γεγονός εξαιρετικά σημαντικό κατά τη διάρκεια της αναισθησίας.
Επίσης, η μικρή ή και μέτρια χρήση αλκοόλ αποτελεί μια συνήθεια εξαιρετικά συχνή. Η κατάχρηση αλκοόλ ή και ο αλκοολισμός απαντάται πιο σπάνια, αλλά αποτελεί βαριά κατάσταση που σχετίζεται με την επιβάρυνση όλων των ζωτικών οργάνων, και κυρίως του ήπατος (συκώτι). Μειώνεται η λειτουργικότητά του και άρα η δυνατότητα να μεταβολίζει. Η μειωμένη αυτή λειτουργικότητα του ήπατος είναι ο λόγος που ασθενείς με ιστορικό κατάχρησης αλκοόλ έχουν καθυστερημένη ανάνηψη μετά από γενική αναισθησία, αφού η πλειονότητα των αναισθητικών φαρμάκων μεταβολίζονται στο ήπαρ. Πάντως, η πλήρης αποχή από τη λήψη αλκοόλ για ένα 24ωρο πριν το χειρουργείο, είναι απολύτως απαραίτητη.
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, το είδος και η φύση της προγραμματισμένης επέμβασης οδηγούν στην ανάγκη για ιδιαίτερη μελέτη και εκτίμηση της κατάστασης υγείας του ασθενούς. Έτσι, όταν προγραμματίζονται βαριές επεμβάσεις όπως ολική λαρυγγεκτομή για τη θεραπεία του καρκίνου του λάρυγγα, πραγματοποιούνται συμπληρωματικές εξετάσεις από τον καρδιολόγο και τον πνευμονολόγο, ακόμα και όταν ο ασθενής δεν έχει γνωστό ιστορικό σχετικό με την καρδιά του ή τους πνεύμονες.
Η προεγχειρητική περίοδος αποτελεί για τους περισσότερους ασθενείς γενεσιουργό παράγοντα άγχους, που εκδηλώνεται με φόβο για τη μετεγχειρητική έκβαση της νόσου αλλά και για την αναισθησία. Ο αναισθησιολόγος, μέσω της προεγχειρητικής συζήτησης – συνάντησης, μπορεί να απαλείψει τους περισσότερους από τους φόβους του και να ελαττώσει το άγχος του. Ο ασθενής πρέπει να ενημερωθεί για την επιτρεπόμενη ώρα του τελευταίου γεύματος, την προβλεπόμενη διάρκεια της επέμβασης, την προεγχειρητική φαρμακευτική αγωγή που θα ακολουθήσει εάν είναι απαραίτητο, τους ιατρικούς χειρισμούς – παρεμβάσεις που θα δεχτεί και την αιτιολογία τους, το σχέδιο αναισθησίας, το σχέδιο μετεγχειρητικής αναλγησίας καθώς και για την άμεση μεταναισθητική φροντίδα που θα δεχτεί. Η ενημέρωση του ασθενούς είναι εξαιρετικά σημαντική, διότι ένας καλά πληροφορημένος ασθενής έχει λιγότερο άγχος και συνεργάζεται καλύτερα με τους γιατρούς. Η άγνοια, επιτείνει το φόβο και το άγχος των ασθενών!

Είδη αναισθησίας στην ΩΡΛ χειρουργική

Το μεγαλύτερο ποσοστό των επεμβάσεων στην Ωτορινολαρυγγολογία, δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν παρά μόνο, με γενική αναισθησία. Παρόλα αυτά, υπάρχουν ήπιες χειρουργικές πράξεις που γίνονται με τοπική αναισθησία από τους χειρουργούς με την ταυτόχρονη χορήγηση ενδοφλέβιας καταστολής από τον αναισθησιολόγο, η οποία είναι ευρέως γνωστή ως μέθη.

Γενική αναισθησία

Γενική αναισθησία καλείται η κατάσταση του κεντρικού νευρικού συστήματος, προκαλούμενη από φάρμακα, που ονομάζονται γενικά αναισθητικά, ενέσιμα ή και εισπνεόμενα. Η συγκεκριμένη κατάσταση, κατά την οποία επιτυγχάνεται απώλεια συνείδησης ή πιο απλά ο ασθενής «κοιμάται», είναι πλήρως ελεγχόμενη και αναστρέψιμη από τον αναισθησιολόγο. Επίσης, προκαλείται αναλγησία, μυοχάλαση και κατάργηση των αντανακλαστικών. Η κατάργηση των αντανακλαστικών, που μεταξύ άλλων προκαλεί η γενική αναισθησία, είναι πολύτιμη για τον ΩΡΛ χειρουργό, ο οποίος διενεργεί επέμβαση στον φάρυγγα και στο λάρυγγα, περιοχές όπου τα φυσιολογικά αντανακλαστικά σε οποιοδήποτε ερέθισμα είναι ιδιαιτέρως έντονα.
Η χορήγηση όλων αυ τών των φαρμάκων συνεχίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια της επέμβασης. Η δράση τους σταματά μερικά λεπτά μετά τη διακοπή τους και, αφού η επέμβαση έχει τελειώσει, ο ασθενής επανέρχεται πλήρως (ξυπνάει).
Η χορήγηση της αναισθησίας γίνεται από εξειδικευμένο αναισθησιολόγο, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε λαμβάνει υπόψη κατά την επιλογή της αναισθητικής μεθόδου παράγοντες σχετικούς κυρίως με τυχόν συνυπάρχουσες νόσους και με το είδος της επέμβασης.
Στον αναισθητοποιημένο ασθενή, επέρχεται άλλοτε διαφορετικού βαθμού μείωση της ικανότητάς να ελέγχει τη φυσιολογική λειτουργία της αναπνοής. Για την εξασφάλιση της αναπνοής, κατά τη διάρκεια της επέμβασης, χρησιμοποιούνται διάφορα μέσα και εργαλεία, όπως είναι για παράδειγμα οι διάφοροι λαρυγγικοί σωλήνες και τραχειοσωλήνες καθώς και εξειδικευμένες συσκευές υψηλής τεχνολογίας, αναπνευστήρες. Τα φάρμακα της αναισθησίας (ενδοφλέβια και εισπνεόμενα) προκαλούν αλλαγές στην αρτηριακή πίεση και την καρδιακή συχνότητα του ασθενούς. Έτσι, συνδέονται ηλεκτρονικές συσκευές συνεχούς παρακολούθησης των ζωτικών λειτουργειών (monitor).
Ο αναισθησιολόγος, σε όλη τη διάρκεια της επέμβασης, παρακολουθεί στενά τον ασθενή και τις ενδείξεις των μηχανημάτων και παρεμβαίνει ανάλογα με τις πληροφορίες που συλλέγει.
Με τη λήξη της επέμβασης, διακόπτεται η χορήγηση των αναισθητικών φαρμάκων και σε μερικά λεπτά ο ασθενής ανανήπτει πλήρως, ανακτώντας τον έλεγχο της αναπνοής του (ξυπνάει). Στη συνέχεια, μεταφέρεται από τη χειρουργική αίθουσα στο χώρο ανάνηψης, όπου παρακολουθείται για άλλοτε άλλο χρονικό διάστημα και τέλος μεταφέρεται στο κρεββάτι του.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι είναι δυνατόν να επιλεχθεί από τον αναισθησιολόγο η μεταφορά του ασθενούς στη Μονάδα Αυξημένης Φροντίδας (ΜΑΦ) ή στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) για το πρώτο μετεγχειρητικό εικοσιτετράωρο. Η απόφαση λαμβάνεται συνυπολογίζοντας τη βαρύτητα της επέμβασης, τη διάρκεια της αναισθησίας, τις συνυπάρχουσες νόσους και τη γενική φυσική κατάσταση του ασθενούς (προχωρημένη ηλικία, συνυπάρχουσα καρδιοπάθεια, πνευμονοπάθεια κ.α.).

Ενδοφλέβια καταστολή

Σε χειρουργικές πράξεις που αναμένεται να διαρκέσουν λίγο και είναι μικρής βαρύτητας επιλέγεται η τοπική αναισθησία ως αναλγητική μέθοδος. Παρόλα αυτά, η συμπληρωματική χορήγηση ενδοφλέβιων αναλγητικών και κατασταλτικών φαρμάκων από τον αναισθησιολόγο, θεωρείται απαραίτητη για:

* την ασφαλή και απρόσκοπτη χορήγηση τοπικής αναισθησίας από το χειρουργό και

* τον έλεγχο του φόβου και την κατάργηση του άγχους του ασθενούς που υποβάλλεται σε μια χειρουργική πράξη.

Ενσυνείδητη καταστολή

Η κατάσταση κατά την οποία ο ασθενής διατηρεί μερικώς τις αισθήσεις του χωρίς να πονάει, είναι σε θέση να συνομιλήσει με τον αναισθησιολόγο και το χειρουργό, να αντιληφθεί στοιχειωδώς τα συμβαίνοντα χωρίς αυτό να αποτελεί δυσάρεστη εμπειρία γι αυτόν.

Βαθιά καταστολή

Η κατάσταση κατά την οποία ασθενής κοιμάται, έχοντας μηδενική αντίληψη των συμβαινόντων, χωρίς όμως να σταματήσει να αναπνέει.
Με την είσοδο του ασθενούς στη χειρουργική αίθουσα, τοποθετείται φλεβική γραμμή και συνδέονται τα μηχανήματα παρακολούθησης των ζωτικών λειτουργιών (αρτηριακή πίεση, καρδιακή συχνότητα, οξυγόνωση αίματος). Εν συνεχεία, χορηγούνται μικρές τμηματικές δόσεις αναισθητικών φαρμάκων, ώστε να επιτευχθεί το επιθυμητό επίπεδο καταστολής.

Είναι δυνατόν, μια ελαφρά καταστολή να εξελιχθεί σε βαθιά ή και σε γενική αναισθησία, αν:

* ο ασθενής δεν ανέχεται το χειρουργικό ερέθισμα και δεν συνεργάζεται

* κριθεί αναγκαίο από τον αναισθησιολόγο για λόγους ασφάλειας του ασθενούς ή

* κριθεί αναγκαίο από το χειρουργό για λόγους βελτίωσης των συνθηκών του χειρουργικού πεδίου.

Η ενδοφλέβιος καταστολή ως μέθοδος αναισθησίας θεωρείται απόλυτα ασφαλής, εφόσον πραγματοποιείται, υπό συνεχή παρακολούθηση των ζωτικών λειτουργιών των ασθενών και διενεργείται από έμπειρο αναισθησιολόγο, ικανό για την άμεση ζωτική υποστήριξή τους.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι είναι επιβεβλημένη η προεγχειρητική συζήτηση με τον αναισθησιολόγο σχετικά με το ιατρικό ιστορικό του ασθενούς ενώ, συνήθως, ο εργαστηριακός προεγχειρητικός έλεγχος δεν είναι απαραίτητος.
Μετά το πέρας της χειρουργικής πράξης, ο ασθενής παραμένει στο χώρο της ανάνηψης για άλλοτε άλλο χρονικό διάστημα, ανάλογα με το είδος της καταστολής που έλαβε. Φεύγει από το νοσοκομείο πάντα συνοδευόμενος από κάποιο οικείο πρόσωπο και ποτέ μόνος., με οδηγίες για αναλγητική φαρμακευτική αγωγή από το στόμα,
Ο χρόνος επιστροφής του ασθενούς στις δραστηριότητες του, συνήθως εξαρτάται από τη φύση της χειρουργικής πράξης στην οποία υποβλήθηκε και, πάντως, δεν υπερβαίνει το ένα εικοσιτετράωρο.

Επίλογος

Είναι σύνηθες, ασθενείς που πρόκειται να χειρουργηθούν, να αντιμετωπίζουν την αναισθησία με ανησυχία ή και φόβο. Πάντως, η σωστή προετοιμασία, η μελέτη του ιστορικού καθώς και η ειλικρινής - ουσιαστική επικοινωνία του ασθενούς με τον αναισθησιολόγο, θα αποκαλύψει τυχόν προβλήματα, θα ελαχιστοποιήσει πιθανούς κινδύνους, θα εγκαταστήσει κλίμα εμπιστοσύνης και θα καταπολεμήσει τους φόβους του ασθενούς.