Σημείωση: Προσοχή στην ορθογραφία και τον τονισμό των λέξεων αναζήτησης

ΕλληνικάEnglish (United Kingdom)

Παθήσεις των Σιελογόνων Αδένων

Για να κατεβάσετε το άρθρο σε μορφή κειμένου πατήστε εδώ (Άρθρο)

Οι παρωτίδες και οι υπογνάθιοι σιελογόνοι αδένες, βρίσκονται σε επαφή με την κάτω γνάθο και είναι οι μεγάλοι αδένες που παράγουν το σάλιο. Συχνά, μπορεί να νοσήσουν από διάφορες παθήσεις, φλεγμονώδους (ιογενούς ή μικροβιακής), αυτοάνοσης, λιθιασικής ή και νεοπλασματικής αιτιολογίας.

Η πιο συχνή αιτία για την οποία προσέρχεται ο ασθενής στον ιατρό, είναι η διόγκωση του σιελογόνου αδένα. Η διόγκωση μπορεί να αφορά έναν ή περισσότερους σιελογόνους αδένες, όπως επίσης και όλο ή ένα τμήμα μόνο του αδένα. Επιπλέον, ενδέχεται να παρουσιάζει διακυμάνσεις, με πιο χαρακτηριστική τη σχέση της με τη λήψη τροφής ή να είναι μόνιμη και προοδευτικά αυξανόμενη.

Άλλο σύμπτωμα, που προστίθεται αρκετές φορές σε εκείνο της διόγκωσης, είναι ο πόνος. Σε ορισμένες, επίσης, περιπτώσεις μπορεί να παρατηρηθεί και συμμετοχή του υπερκείμενου δέρματος (σε περιστατικά φλεγμονής ή νεοπλασίας) και σπανιότερα ευτυχώς, συμμετοχή του προσωπικού νεύρου. Σε άλλες πάλι περιπτώσεις, οι παρατηρούμενες διογκώσεις μπορεί να αφορούν δορυφόρους λεμφαδένες, από επινέμεση της φλεγμονής ή σπανιότερα μεταστατικής αιτιολογίας.

Η λήψη του ιστορικού θα ξεκαθαρίσει κυρίως τη χρονική αλληλουχία των συμπτωμάτων, τη διαδικασία εμφάνισής τους και τη σχέση τους με γεγονότα όπως ιώσεις, λήψη τροφής, κ.λπ.

Η κλινική εξέταση είναι πολύ σημαντική. Καταρχάς, η ψηλάφηση θα επιβεβαιώσει ότι η παρατηρούμενη διόγκωση αντιπροσωπεύει σιελογόνο αδένα και θα μελετηθούν τα χαρακτηριστικά της όσον αφορά την κινητικότητα, την ευαισθησία, κ.λπ. Επιπλέον, θα εξεταστούν τα εκφορητικά στόμια των αδένων, μέσα στη στοματική κοιλότητα και το έκκριμά τους. Από την κλινική εξέταση, θα διαπιστωθεί, επίσης, η συμμετοχή του δέρματος και του προσωπικού νεύρου στην παθολογία των σιελογόνων αδένων.

Σε αρκετές περιπτώσεις, θα απαιτηθεί αιματολογικός έλεγχος, ιδιαίτερα αν υποψιαζόμαστε διόγκωση ιογενούς ή ανοσολογικής αιτιολογίας. Στη δεύτερη περίπτωση, μάλιστα, θα πρέπει να παραπέμψουμε τον ασθενή μας και σε συνάδελφο ρευματολόγο.

Κυριότερη απεικονιστική εξέταση είναι το υπερηχογράφημα των σιελογόνων αδένων. Εξέταση γρήγορη, ακίνδυνη και άριστα ανεκτή από τον ασθενή, μπορεί να αποδώσει, σε ικανά χέρ ια, όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται τόσο για την ολοκλήρωση της διάγνωσης, όσο και για το σχεδιασμό ενδεχόμενης χειρουργικής επέμβασης. Σε ειδικές μόνο περιπτώσεις, θα απαιτηθεί η διενέργεια αξονικής ή μαγνητικής τομογραφίας, όπως σε περιπτώσεις όγκων που επεκτείνονται στο πλαγιοφαρυγγικό διάστημα, εσωτερικά της γνάθου.

Η σιελογραφία είναι μια παλιά εξέταση που έχει αντικατασταθεί σε μεγάλο βαθμό σήμερα, από άλλες απεικονιστικές εξετάσεις και από την σιελενδοσκόπηση, η οποία τυγχάνει ολοένα και ευρύτερης εφαρμογής.

Οι παραπάνω εξετάσεις, απεικονίζουν και περιγράφουν την παθολογία και τη σχέση της με τους παρακείμενους ιστούς. Η μόνη διαγνωστική εξέταση που μπορεί να μας πληροφορήσει για την ιστολογική ταυτότητα της διόγκωσης είναι η κυτταρολογική μετά από παρακέντηση με λεπτή βελόνα (FNA). Η λήψη του υλικού είναι ελαφρώς επώδυνη, όπως η τοποθέτηση φλεβοκαθετήρα. Είναι, όμως, ακίνδυνη και χωρίς τον φόβο της διασποράς του νεοπλάσματος. Δεν μπορεί να θεωρηθεί εξέταση ρουτίνας ούτε είναι απαραίτητη σε όλες τις περιπτώσεις. Είναι λογικό όμως, ότι όσες περισσότερες πληροφορίες συλλέξουμε προεγχειρητικά, τόσο καλύτερα θα γίνει ο σχεδιασμός σε ενδεχόμενη χειρουργική επέμβαση.

Με την ολοκλήρωση του διαγνωστικού ελέγχου, λαμβάνονται οι αποφάσεις για το είδος της θεραπευτικής αντιμετώπισης και ενημερώνεται ο ασθενής. Ιδιαίτερα εκτενής πρέπει να είναι η συζήτηση, όταν η προτεινόμενη θεραπεία είναι η χειρουργική και αφορά τον αδένα της παρωτίδας.

Η ιδιαιτερότητα της παρωτίδας έγκειται στο γεγονός ότι εμπεριέχει στο εσωτερικό της, όλους τους κλάδους του προσωπικού νεύρου. Το νεύρο αυτό, ευθύνεται για τις κινήσεις και τις εκφράσεις του προσώπου. Ξεκινώντας από το κάτω μέρος του αυτιού, απλώνεται σαν βεντάλια και καταλήγει σε όλους τους μύες του προσώπου, από το μέτωπο μέχρι τα χείλη της κάθε πλευράς.

Η σωστή χειρουργική πρακτική για την αφαίρεση των όγκων της παρωτίδας, επιβάλλει πρώτα να αναγνωρισθεί και να παρασκευασθεί το προσωπικό νεύρο και στη συνέχεια να αφαιρεθεί ο όγκος, περιβαλλόμενος από υγιή παρωτιδικό ιστό, ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος της υποτροπής. Για το σκοπό αυτό, η τομή της παρωτιδεκτομής είναι δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με το μέγεθος του όγκου που πρόκειται να αφαιρεθεί.

Η τομή της παρωτιδεκτομής είναι συγκεκριμένη σε όλη τη διεθνή χειρουργική πρακτική, με ελάχιστες παραλλαγές. Ακόμα και αν ένας συνάδελφος, χωρίς επαρκή εμπειρία, επιλέξει τη λανθασμένη τακτική της εκπυρήνισης, θα πρέπει να τοποθετήσει την τομή του, κατά μήκος της κλασσικής τομής.

Η αναγνώριση και παρασκευή του προσωπικού νεύρου, προϋποθέτει επαρκή εμπειρία και συστηματική ενασχόληση με τη συγκεκριμένη ανατομική περιοχή. Σήμερα, ωστόσο, πέρα από την εμπειρία μας, διαθέτουμε και τον εξοπλισμό της νευροπαρακολούθησης (nerve monitoring) που μας προειδοποιεί όταν κάποιος κλάδος του προσωπικού νεύρου δέχεται ιδιαίτερη επιβάρυνση.

Σε περιπτώσεις υποτροπής, η επέμβαση γίνεται αρκετά δυσκολότερη. Και αυτό, γιατί στην περιοχή όπου συνήθως αναζητάμε το προσωπικό νεύρο, μπορεί να υπάρχουν συμφύσεις από την προηγούμενη επέμβαση. Στις περιπτώσεις αυτές, πέρα από την επιβεβλημένη χρήση της νευροπαρακολούθησης, μπορεί να χρειασθεί να αναζητήσουμε το νεύρο σε άλλο σημείο της διαδρομής του, όπου είναι ελεύθερο συμφύσεων.

Άλλη δύσκολη περίπτωση, συναντούμε ο όγκος αναπτύσσεται στο πλαγιοφαρυγγικό διάστημα, εσωτερικά της κάτω γνάθου και λαμβάνει μεγάλες διαστάσεις προς τη βάση του κρανίου. Για τις περιπτώσεις αυτές, ο ασθενής πρέπει να είναι ενημερωμένος για το ενδεχόμενο αλλαγής της προσπέλασης και συνέχισης της επέμβασης, μέσω γναθοτομής.

Γενικότερα, η χειρουργική της παρωτίδας είναι αρκετά απαιτητική. Ο χειρουργός οφείλει προεγχειρητικά, να επεξεργασθεί όλα τα πιθανά σενάρια και να ενημερώσει τον ασθενή του για αυτά. Επιπλέον, πρέπει να διαθέτει αρκετή εμπειρία, ώστε να μπορεί να μεταβάλλει την πορεία της επέμβασης ανάλογα με τα διεγχειρητικά ευρήματα. Τέλος, χρειάζεται να είναι εξοικειωμένος με τις τεχνικές αποκατάστασης του προσωπικού νεύρου σε περίπτωση διακοπής της συνέχειάς του.