Ακουστικό Νευρίνωμα

Σημείωση: Προσοχή στην ορθογραφία και τον τονισμό των λέξεων αναζήτησης

ΕλληνικάEnglish (United Kingdom)

Ακουστικό Νευρίνωμα

Για να κατεβάσετε το άρθρο σε μορφή κειμένου πατήστε εδώ (Άρθρο)

Το ακουστικό νευρίνωμα είναι αρκετά συχνός όγκος του εγκεφάλου. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων εξορμάται από το αιθουσαίο νεύρο, που μαζί με το κοχλιακό σχηματίζουν το ακουστικό νεύρο. Είναι καλοήθης όγκος. Σπάνιες περιπτώσεις κακοήθειας αναφέρονται στη βιβλιογραφία και συνήθως αφορούν ασθενείς με γονιδιακή προδιάθεση και πολλαπλές εντοπίσεις νευρινωμάτων.
Παρά τη σχεδόν δεδομένη καλοήθειά του, το ακουστικό νευρίνωμα καθώς διογκώνεται, προκαλεί σοβαρές επιπλοκές με παραλύσεις εγκεφαλικών νεύρων και συμπτωματολογία από την πίεση που ασκεί στον εγκέφαλο. Οι επιπλοκές αυτές είναι επικίνδυνες για τη ζωή. Συνεπώς, επιβάλλεται η έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση του όγκου.


Τα συμπτώματα του ασθενούς κλιμακώνονται συνήθως, καθώς ο όγκος αυξάνει σε μέγεθος και επηρεάζει διαδοχικά τα εγκεφαλικά νεύρα. Στα αρχικά στάδια, την τυπική εικόνα αποτελεί ένας ασθενής που αναφέρει μονόπλευρες εμβοές, βουητό δηλαδή στο ένα αυτί. Από την κλινική εξέταση δε διαπιστώνονται συνήθως παθολογικά ευρήματα και το ίδιο ισχύει και στον ακοολογικό έλεγχο. Η προσβολή της ακοής αφορά αρχικά τις πολύ υψηλές συχνότητες και επομένως μπορεί να μην ανιχνεύεται.


Για κάθε ασθενή κοντά στην τρίτη δεκαετία της ζωής με μονόπλευρες εμβοές, πρέπει να τίθεται η υποψία του ακουστικού νευρινώματος. Το νευρίνωμα που θα διαγνωσθεί σε τόσο αρχικό στάδιο, μπορεί εύκολα να αντιμετωπισθεί χειρουργικά ή εναλλακτικά με gamma-knife, με μηδενικές ή ελάχιστες επιπτώσεις στη λειτουργία της ακοής ή του προσωπικού νεύρου που βρίσκεται σε επαφή με το ακουστικό νεύρο. Εξέταση εκλογής για τις περιπτώσεις αυτές αποτελεί η μαγνητική τομογραφία, αν και ορισμένες φορές μπορεί να προηγηθούν λιγότερο δαπανηρές εξετάσεις, όπως η αξονική και τα προκλητά δυναμικά.


Καθώς ο όγκος αυξάνεται σε μέγεθος, οι επιπτώσεις στην ακοή αρχίζουν να γίνονται περισσότερο φανερές. Ο ασθενής προσέρχεται γιατί πέρα από τα βουητά έχει παρατηρήσει και πτώση στην ακοή του από το ένα αυτί. Σε πιο προχωρημένες περιπτώσεις, διαπιστώνεται και υπαισθησία στην ίδια πλευρά του προσώπου με πιο χαρακτηριστική την υπαισθησία του κερατοειδούς του ματιού. Ο ασθενής μπορεί να αναφέρει επεισόδια ιλίγγου και διαταραχών της ισορροπίας, μπουκώματος του αυτιού ή και οξεία κώφωση. Αν κατά την κλινική εξέταση διαπιστώσουμε σημεία πάρεσης των μυών του προσώπου, τότε θα πρέπει να υποψιαστούμε ότι ο όγκος έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις ή ότι πρόκειται για νευρίνωμα του προσωπικού νεύρου, χωρίς να αποκλείεται και η περίπτωση κακοήθους νόσου.


Όσο νωρίτερα διαγιγνώσκεται το ακουστικό νευρίνωμα , τόσο μεγαλύτερο είναι το εύρος των επιλογών μας. Σε γενικές γραμμές, ο τρόπος της θεραπευτικής αντιμετώπισης ή ο τύπος της χειρουργικής προσπέλασης για την αφαίρεση του νευρινώματος εξαρτάται από τις διαστάσεις του. Και λέμε σε γενικές γραμμές, γιατί εκτός από το μέγεθος, έχουν σημασία και κάποιες άλλες παράμετροι που πρέπει να συνυπολογισθούν. Αυτές αφορούν τη γενική κατάσταση της υγείας του ασθενούς, το επίπεδο της ακ οής, την επέκταση του όγκου στον έσω ακουστικό πόρο, την πνευμάτωση και άλλες ανατομικές παραμέτρους της μαστοειδούς αποφύσεως.


Η άμεση πρόσβαση του ασθενούς στον ιατρό, η αυξημένη ετοιμότητα των ιατρών στη διάγνωση του ακουστικού νευρινώματος, σε συνδυασμό με τη βελτίωση των απεικονιστικών τεχνικών έχουν συμβάλλει στη διάγνωση νευρινωμάτων σε αρχικό στάδιο με διάμετρο έως και ένα εκατοστό. Για μεγέθη της τάξης αυτής, μία επιλογή είναι εκείνη της παρακολούθησης. Το νευρίνωμα αναπτύσσεται με ρυθμό περίπου 3 έως 4 χιλιοστών ανά έτος, ενώ μπορεί να μείνει στάσιμο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Μπορούμε, λοιπόν, να συστήσουμε την επανάληψη της μαγνητικής τομογραφίας σε ένα εξάμηνο ή το πολύ σε ένα έτος. Εάν το νευρίνωμα ξεπεράσει τις διαστάσεις του ενός εκατοστού, μπορεί να απολεσθούν τα πλεονεκτήματα από την εφαρμογή του gamma-knife ή να μην είναι δυνατόν να εφαρμοσθεί η διακροταφική προσπέλαση, στην οποία θα αναφερθούμε παρακάτω. Επομένως, η τακτική της παρακολούθησης συστήνεται σε ασθενείς με ευκολία πρόσβασης σε ιατρικές υπηρεσίες, υψηλό βαθμό συνειδητοποίησης του προβλήματος και συμμόρφωσης στις ιατρικές υποδείξεις.


Για τους όγκους διαμέτρου έως και ένα εκατοστό, ένας άλλος τρόπος αντιμετώπισης, είναι το gamma-knife, η εστιασμένη δηλαδή ακτινοβόληση. Η ακτινοβολία έχει την ικανότητα να «παγώνει» την εξέλιξη του όγκου για μεγάλο χρονικό διάστημα. Σπάνια, όμως, επιτυγχάνει την εξαφάνισή του. Ο ασθενής απαλλάσσεται μεν από τις γενικές επιπτώσεις ή και επιπλοκές μιας χειρουργικής επέμβασης, όχι όμως και από τις τοπικές επιπτώσεις στα νεύρα που πλαισιώνουν τον όγκο. Έτσι, μπορεί να παρατηρηθούν επιπτώσεις, τόσο στην ακοή όσο και στη λειτουργία του προσωπικού νεύρου. Επιπλέον, ο ασθενής δεν απαλλάσσεται από την ανάγκη για τακτική παρακολούθηση με μαγνητική τομογραφία.


Η πιο ρεαλιστική και ριζική αντιμετώπιση για όγκους διαμέτρου έως ένα εκατοστό, είναι η χειρουργική αφαίρεση με διακροταφική προσπέλαση. Η προσπέλαση αυτή, επιτρέπει την αφαίρεση του όγκου με διατήρηση της ακοής και της λειτουργίας του προσωπικού νεύρου. Θεωρούμε ότι η διακροταφική προσπέλαση θα αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη αξία, καθώς συνεχώς περισσότερα νευρινώματα θα διαγιγνώσκονται σε αρχικό στάδιο.


Εάν το νευρίνωμα διαγνωσθεί σε στάδιο διαμέτρου μεγαλύτερης του ενός εκατοστού, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί η διακροταφική προσπέλαση και το gamma-knife χάνει την αποτελεσματικότητά του. Για τους όγκους αυτούς, συνιστάται η χειρουργική αφαίρεση με προσπέλαση που εξαρτάται από το επίπεδο της ακοής. Εάν η ακουστική ικανότητα βρίσκεται σε αρκετά ικανοποιητικό επίπεδο, τότε προτείνεται η υπινιακή προσπέλαση. Με την προσπέλαση αυτή, αποφεύγεται η καταστροφή του οργάνου της ακοής για να αποκαλυφθεί ο όγκος. Επομένως, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για διατήρηση μέρους της ακοής με προσεκτική αφαίρεση του όγκου. Και αναφερόμαστε στη διατήρηση μέρους της ακοής, γιατί ακόμα και με την προσπέλαση αυτή, η ακοή χειροτερεύει και μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ήχοι που λαμβάνονται από το χειρουργημένο αυτί είναι μάλλον ενοχλητικοί. Ο κίνδυνος αυτός καθίσταται μεγαλύτερος στις περιπτώσεις που ο όγκος επεκτείνεται στον έσω ακουστικό πόρο.


Εάν η ακουστική ικανότητα είναι χαμηλή προεγχειρητικά ή βρίσκεται σε επίπεδο τέτοιο, ώστε να μην προβλέπεται η διατήρηση χρήσιμης ακοής με την υπινιακή προσπέλαση, τότε προτιμάται η διαλαβυρινθική προσπέλαση. Η συγκεκριμένη διαδικασία, προϋποθέτει την καταστροφή του οργάνου της ακοής, προκειμένου να αποκαλυφθεί ο όγκος. Είναι, όμως, η καλύτερα ανεκτή από τον ασθενή και με τις μεγαλύτερες πιθανότητες για διάσωση του προσωπικού νεύρου. Επιπλέον, η διαλαβυρινθική προσπέλαση με τις επεκτάσεις της, επιτρέπει την αφαίρεση νευρινωμάτων με αρκετά μεγάλες διαστάσεις.


Η χειρουργική του ακουστικού νευρινώματος είναι αρκετά απαιτητική. Απαραίτητη κρίνεται η ενδελεχής εξέταση από τον αναισθησιολόγο, προεγχειρητικά, καθώς και η παραμονή του ασθενούς σε μονάδα εντατικής θεραπείας για ένα έως δύο 24ωρα μετεγχειρητικά. Η επιστημονική μας ομάδα συνεργάζεται με εξειδικευμένους νευροχειρουργούς, ώστε να διασφαλίσουμε την επιτυχή έκβαση των επεμβάσεων στους ασθενείς μας.