Σημείωση: Προσοχή στην ορθογραφία και τον τονισμό των λέξεων αναζήτησης

ΕλληνικάEnglish (United Kingdom)

Όγκοι Ρινός και Παραρρινιών

Για να κατεβάσετε το άρθρο σε μορφή κειμένου πατήστε εδώ (Άρθρο)

Οι όγκοι της μύτης αποτελούν μάλλον σπάνιες νοσολογικές οντότητες. Χωρίζονται σε καλοήθεις και κακοήθεις. Στους καλοήθεις περιλαμβάνονται τα οστεώματα, τα ενδοφυτικά θηλώματα στο μεγαλύτερο ποσοστό τους, τα ρινοινώματα της παιδικής ηλικίας και άλλα. Στους κακοήθεις περιλαμβάνονται οι όγκοι από τους ελάσσονες σιελογόνους αδένες, τα αδενοκαρκινώματα, οι όγκοι από το οσφρητικό επιθήλιο, τα αισθησιονευροβλαστώματα, όπως επίσης μελανώματα του βλεννογόνου και άλλα. Επιπλέον, στους κακοήθεις περιλαμβάνονται και μεταστατικοί όγκοι από απομακρυσμένα όργανα.
Ο ασθενής συνήθως προσέρχεται παραπονούμενος για δυσχέρεια στη ρινική αναπνοή και μάλιστα στο ένα ρουθούνι. Μπορεί να παρουσιάζει επεισόδια αιμορραγίας από τη μύτη ή να έχει αίσθημα πληρότητας - «μπουκώματος» στο σύστοιχο αυτί. Επίσης, υπάρχει η πιθανότητα να παρουσιάζει συμπτωματολογία από απόφραξη κάποιου παραρρίνιου κόλπου. Σε, μάλλον προχωρημένες, περιπτώσεις ενδέχεται να εμφανισθούν διαταραχές στην όραση όπως διπλωπία, διαταραχές στην οδοντοστοιχία της άνω γνάθου, οίδημα του προσώπου και πόνος.
Η ενδοσκοπική εξέταση της ρινός και του ρινοφάρυγγος αποκαλύπτει τον όγκο σε ικανό ποσοστό. Ακόμη και στην περίπτωση που ο όγκος δεν προβάλλει στη ρινική θαλάμη ή στον ρινοφάρυγγα, μπορεί να αποκαλυφθούν σημάδια από την περιοχή που εντοπίζεται, όπως πυώδης ή αιματηρή εκροή. Από την κλινική εξέταση μπορεί να αποκαλυφθούν περιοχές υπαισθησίας στο πρόσωπο, χαλάρωση των δοντιών της άνω γνάθου, εκκριτική ωτίτις ή σπάνια διογκωμένοι λεμφαδένες στον τράχηλο.
Η απεικονιστική μελέτη με αξονική και μαγνητική τομογραφία αποτελεί σημαντικό κομμάτι της διερεύνησης του ασθενούς. Και οι δύο εξετάσεις πρέπει να έχουν αυξημένη ευκρίνεια και δυνατότητα αξιοποίησης στον τρισδιάστατο χώρο για την περίπτωση που απαιτηθεί η χρήση συστήματος πλοήγησης (navigator) σε ενδεχόμενη χειρουργική επέμβαση. Η απεικονιστική μελέτη θα εντοπίσει τον όγκο, θα φανερώσει τα όριά του και θα αποκαλύψει τυχόν επεκτάσεις του πέραν της μύτης και των παραρρινίων, στον οφθαλμικό κόγχο, στα τρήματα της βάσης του κρανίου ή στον εγκέφαλο. Επίσης, θα μας δώσει πληροφορίες όσον αφορά στο αν η επέκταση του όγκου στα γειτονικά όργανα έχει το χαρακτήρα της απώθησης ή της διήθησης, οπότε και θα βοηθήσει στο σχεδιασμό ενδεχόμενης χειρουργικής επέμβασης.
Εκτός λίγων εξαιρέσεων, η ταυτότητα του όγκου θα διαπιστωθεί με τη λήψη βιοψίας. Ένα οστέωμα έχει χαρακτηριστική εμφάνιση στην αξονική και ο εντοπισμός του μπορεί να είναι τέτοιος, ώστε η βιοψία του να καταστεί εφικτή μόνο μετά τη χειρουργική προσπέλασή του. Το ρινοϊνωμα πάλι, είναι αγγειοβριθής όγκος που η βιοψία του με τοπική αναισθησία θα προκαλούσε σημαντική αιμορραγία. Ο εντοπισμός του, όμως, η εμφάνισή του και ο πληθυσμός τον οποίο προσβάλλει, είναι αρκετά για να μας οδηγήσουν στη διάγνωση. Έχει σημασία να ληφθεί βιοψία από το σωστό σημείο, γιατί ορισμένοι όγκοι παρουσιάζουν πολυποειδή εκφύλιση στην περιφέρειά τους. Σημαντικό είναι, επίσης, η λήψη της βιοψίας να μη γ ίνει παραβιάζοντας κάποιους φραγμούς που συγκρατούν τον όγκο οδηγώντας σε ανεπιθύμητη επέκτασή του.
Η διαπίστωση του εντοπισμού του όγκου, των ορίων του και της ταυτότητάς του, ολοκληρώνει τη διαγνωστική μελέτη. Με βάση αυτά τα στοιχεία, θα προγραμματισθούν ειδικές εξετάσεις, συνεργασίες με συναδέλφους άλλων ειδικοτήτων και θα σχεδιαστεί η χειρουργική αφαίρεση του όγκου εφόσον είναι εφικτή. Σε διαφορετική περίπτωση, ο ασθενής θα παραπεμφθεί για να αντιμετωπισθεί με άλλη θεραπευτική μέθοδο. Το ρινοϊνωμα προϋποθέτει την εκτέλεση αγγειογραφίας και εμβολισμού πριν τη χειρουργική του αφαίρεση. Για έναν όγκο της άνω γνάθου, που η αφαίρεσή του θα οδηγήσει σε επικοινωνία τη στοματική κοιλότητα με τη ρινική θαλάμη, πρέπει να έχει ήδη κατασκευαστεί ειδική γέφυρα. Η διαπίστωση ότι ο όγκος του ασθενούς μας ενδέχεται να είναι μεταστατικός, θα μας οδηγήσει σε συνεργασία με ογκολόγο, ενώ η επέκταση του όγκου στον οφθαλμό ή την εγκεφαλική κοιλότητα κάνει απαραίτητη τη συνεργασία με οφθαλμίατρο και νευροχειρουργό αντίστοιχα.
Αν ο όγκος του ασθενούς μας είναι καλοήθης, θα πρέπει να καταβληθεί κάθε προσπάθεια, ώστε να αφαιρεθεί ενδοσκοπικά. Οι τεχνικές και τα εργαλεία έχουν εξελιχθεί αρκετά τα τελευταία χρόνια και αυτό να είναι εφικτό στην πλειοψηφία των περιπτώσεων. Ακόμα και περιοχές όπως ο μετωπιαίος κόλπος, το πρόσθιο τμήμα του ιγμορείου και ο υποκροτάφιος βόθρος, που μέχρι πριν λίγα χρόνια θεωρούνταν απροσπέλαστες ενδοσκοπικά, σήμερα μπορούμε να τις προσεγγίσουμε και να εγγυηθούμε τη ριζική αφαίρεση του όγκου σε ποσοστό εφάμιλλο των κλασικών εξωτερικών προσπελάσεων.
Πάντως και οι κακοήθεις όγκοι μπορούν, σε σημαντικό ποσοστό, να αφαιρεθούν ενδοσκοπικά. Στην περίπτωση, όμως, ενός κακοήθους όγκου, εκείνο που προέχει είναι η όσο το δυνατόν ριζικότερη αφαίρεσή του. Για να καταστεί αυτό εφικτό, μπορεί να χρησιμοποιηθούν κλασικές εξωτερικές προσπελάσεις, να θυσιαστούν σημαντικά ανατομικά στοιχεία ή όργανα και να προκληθούν μεγάλα ιστικά ελλείμματα. Η χειρουργική αφαίρεση θα συμπληρωθεί, στις περισσότερες περιπτώσεις, με ακτινοθεραπεία και, ίσως, χημειοθεραπεία και ο ασθενής μας θα τεθεί σε τακτική ιατρική παρακολούθηση.
Ο καρκίνος της ρινός και των παραρρινίων αποτελεί μια δύσκολη νοσολογική οντότητα. Καθήκον μας είναι η έγκαιρη διάγνωση, η σωστή αλληλουχία των ενεργειών μας και η πληρότητα και ευελιξία στην αντιμετώπισή του.