Ωτοπλαστική

Σημείωση: Προσοχή στην ορθογραφία και τον τονισμό των λέξεων αναζήτησης

ΕλληνικάEnglish (United Kingdom)

Ωτοπλαστική

Για να κατεβάσετε το άρθρο σε μορφή κειμένου πατήστε εδώ (Άρθρο)

Αφεστώτα ώτα: Τα αφεστώτα ώτα - τα «πεταχτά» αυτιά, αποτελούν μια μικρή αισθητική παραλλαγή, χωρίς καμία λειτουργική ή άλλη επίπτωση στον οργανισμό. Παρόλα αυτά, για ορισμένους ανθρώπους, η μικρή αυτή παραλλαγή μπορεί να είναι ενοχλητική. Παραδόξως, μάλιστα, είναι περισσότερο ενοχλητική όταν αφορά το ένα αυτί, πιθανώς γιατί γίνεται πιο αισθητή η ασυμμετρία ανάμεσα στα δύο πτερύγια.


Η προπέτεια του πτερυγίου του αυτιού οφείλεται συνήθως στο γεγονός ότι δεν έχει σχηματισθεί επαρκώς η λεγόμενη ανθέλικα, μια ανατομική προεξοχή του χόνδρου στο πάνω τμήμα του πτερυγίου του αυτιού. Εάν κατά την κλινική εξέταση αναδιπλώσουμε το πτερύγιο, ώστε να σχηματισθεί η ανθέλικα, βλέπουμε αμέσως ότι το πτερύγιο καταλαμβάνει φυσιολογική θέση, απέχοντας κάτι παραπάνω από ένα εκατοστό από το δέρμα του κρανίου. Σπανιότερα, μπορεί να συνυπάρχει και προπέτεια στο κάτω μέρος του αυτιού, το λοβίο.

Η επέμβαση για την αποκατάσταση των αφεστώτων ώτων είναι σχετικά απλή. Στους ενήλικες γίνεται με τοπική αναισθησία ή μέθη, στα παιδιά όμως πρέπει να γίνει υπό γενική αναισθησία. Ο χειρουργός οφείλει να προσέξει τους κανόνες αντισηψίας και να προσπαθήσει, ώστε τα δύο πτερύγια να είναι συμμετρικά. Καμιά φορά, όταν ο ασθενής ενοχλείται υπερβολικά από την προπέτεια των αυτιών, μπορεί να ζητήσει αυτό που καλούμε υπερδιόρθωση. Δεν είναι σωστό το πτερύγιο να κολλήσει στο δέρμα του κρανίου, ούτε η έλικα να κρύβεται πίσω από το υπόλοιπο πτερύγιο. Αυτά πρέπει να εξηγηθούν στον ασθενή, ίσως και με παραπομπές στη διεθνή βιβλιογραφία. Μετεγχειρητικά, χορηγείται αντιβίωση και τα αυτιά καλύπτονται με ελαστικό επίδεσμο για μία εβδομάδα.

Στα παιδιά, η επέμβαση πρέπει να γίνεται μετά την ηλικία των έξι ετών. Η επέμβαση είναι απλή όπως είπαμε και αν το παιδί δείχνει να ενοχλείται, δεν υπάρχει λόγος για τους γονείς να μη δώσουν τη συγκατάθεσή τους. Από την άλλη, αν το παιδί δεν ενοχλείται πραγματικά, δεν υπάρχει λόγος να του υποβάλλουμε την ιδέα αυτή. Τα αφεστώτα ώτα είναι κάτι που μπορεί να διορθωθεί σε οποιαδήποτε ηλικία της εφηβείας ή της ενηλίκου ζωής.

Αγενεσία του πτερυγίου: Η απλασία (ανωτία) ή υποπλασία (μικρωτία) του πτερυγίου του αυτιού από τη γέννηση του παιδιού είναι μία σπάνια κατάσταση. Μπορεί να αφορά και στα δύο αυτιά και η αιτιολογία της είναι συνήθως άγνωστη. Είναι δυνατόν να αποτελεί τμήμα ενός γενικότερου συνδρόμου δυσπλασιών του προσώπου ή του υπολοίπου σώματος και συχνά συνυπάρχει με ατρησία του αυτιού. Στον όρο ατρησία μπορούμε να συμπεριλάβουμε συγγενείς ανωμαλίες του μέσου ή του έσω ωτός και του έσω ακουστικού πόρου. Χωρίς να υφίσταται πλήρης αντιστοιχία, ο βαθμός της απλασίας του πτερυγίου είναι πολλές φορές ενδεικτικός και των ανωμαλιών στο εσωτερικό του αυτιού.

Η απλασία του πτερυγίου του αυτιού αποτελεί αισθητικό πρόβλημα. Η αποκατάστασή της μπορεί να γίνει μετά την ηλικία των έξι ετών ή να περιμένει κανείς την ενηλικίωση τ
ου ασθενούς, ώστε να αποφασίσει ο ίδιος εάν επιθυμεί την αποκατάσταση του πτερυγίου και να επιλέξει όποια μέθοδο προτιμά. Η ατρησία του ωτός, όμως, οφείλει να αντιμετωπισθεί άμεσα όταν είναι αμφοτερόπλευρη, γιατί σχετίζεται με την ικανότητα της ακοής και επομένως με την ανάπτυξη της ομιλίας. Όταν αφορά μόνο στο ένα αυτί, επειδή η ακοή είναι επαρκής από το άλλο αυτί, η μονόπλευρη ατρησία μπορεί να περιμένει την ενηλικίωση του ασθενούς, προκειμένου να αποφασίσει ο ίδιος για το αν θα την αντιμετωπίσει και ποια μέθοδο θα ακολουθήσει.

Η αποκατάσταση της απλασίας πρέπει να προηγηθεί της αποκατάστασης της ατρησίας. Αν προηγηθεί η επέμβαση για την ατρησία, ο ίσχαιμος, σχετικά, ινώδης ιστός που θα δημιουργηθεί στην περιοχή, δεν αποτελεί καλό υπόστρωμα για τη μελλοντική αποκατάσταση του πτερυγίου. Με δεδομένο λοιπόν ότι η απλασία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται πριν την ηλικία των έξι ετών, σε περίπτωση αμφοτερόπλευρης ατρησίας, μια προσωρινή αλλά άμεση λύση, είναι το οστεοαναρτώμενο ακουστικό. Το ακουστικό αυτό, προσαρμόζεται πάνω στο οστό του κρανίου και μεταδίδει τον ήχο στο ακουστικό νεύρο, παρακάμπτοντας το ατρητικό αυτί. Προϋπόθεση, βεβαίως, είναι η ύπαρξη και η λειτουργία του ακουστικού νεύρου. Το ακουστικό τοποθετείται, μέσω μικρής τομής, στο δέρμα της οπισθοωτιαίας χώρας, χωρίς να διαταράσσει την αιμάτωση των ιστών της περιοχής.

Η αποκατάσταση του πτερυγίου του αυτιού είτε λόγω συγγενούς απλασίας, είτε κατόπιν ακρωτηριασμού από τραυματισμό είναι από τις δυσκολότερες αισθητικές επεμβάσεις. Κι αυτό, όχι μόνο λόγω της σπανιότητας των περιστατικών, αλλά κυρίως λόγω του πολύπλοκου ανάγλυφου του αυτιού. Δυσκολεύει δε ακόμα περισσότερο, όταν το ένα πτερύγιο είναι πλήρως σχηματισμένο, οπότε η ασυμμετρία θα είναι έκδηλη ακόμα και μετά από μία επιτυχημένη επέμβαση. Εξαιτίας των δυσκολιών αυτών, ο ασθενής σε πολλές περιπτώσεις επιλέγει να μην αντιμετωπίσει το πρόβλημά του ή προτιμά την τοποθέτηση τεχνητού πτερυγίου.

Η ατρησία του αυτιού χαρακτηρίζεται από την απουσία του έξω ακουστικού πόρου. Συνήθως οφείλεται σε απλασία του τυμπανικού οστού, οπότε τα οστάρια του μέσου ωτός βρίσκονται μέσα στο κόκκαλο της μαστοειδούς απόφυσης. Όπως αναφέραμε, εάν η ατρησία είναι μονόπλευρη και το παιδί εξυπηρετείται ακουστικά από το άλλο αυτί, η αντιμετώπιση αναβάλλεται μέχρι την ενηλικίωση του. Εάν η ατρησία είναι αμφοτερόπλευρη, τότε μπορεί να τοποθετηθεί οστεοαναρτώμενο ακουστικό μετά το πρώτο έτος της ηλικίας ή εμφύτευμα στελέχους εάν το ακουστικό νεύρο δεν είναι λειτουργικό και στις δύο πλευρές. Μετά την προσπάθεια αποκατάστασης του πτερυγίου, μπορεί να συζητηθεί το ενδεχόμενο χειρουργικής διάνοιξης του έξω ακουστικού πόρου. Πρόκειται για επέμβαση μαστοειδεκτομής και τυμπανοπλαστικής, κατά την οποία απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή για το προσωπικό νεύρο, το οποίο μπορεί να έχει διαφορετική από τη συνήθη πορεία. Η επέμβαση έχει το πλεονέκτημα ότι μπορεί να απαλλάξει τον ασθενή από το ακουστικό, αν και συχνά το αποτέλεσμα όσον αφορά την ακοή, μπορεί να μην είναι το προσδοκώμενο. Μειονέκτημα της επέμβασης αποτελεί το γεγονός ότι καταλείπει μια κοιλότητα αντί του φυσιολογικού ακουστικού πόρου, η οποία χρειάζεται προστασία από το νερό και περιποίηση ανά εξάμηνο περίπου. Οι δυσκολίες αυτές, ωθούν πολλούς στο να παραμείνουν με το οστεοαναρτώμενο ακουστικό.

Η συγγενής απλασία του πτερυγίου του αυτιού και η συγγενής ατρησία, είναι σπάνιες παθήσεις. Η αντιμετώπισή τους είναι συχνά πολύπλοκη και απαιτητική. Η ιατρική ομάδα που θα ασχοληθεί, πρέπει να έχει επαρκή εμπειρία, ενώ απαιτείται ταυτόχρονα ψυχολογική και τεχνολογική υποστήριξη.