Σύνδρομο Meniere

Σημείωση: Προσοχή στην ορθογραφία και τον τονισμό των λέξεων αναζήτησης

ΕλληνικάEnglish (United Kingdom)

Σύνδρομο Meniere

Το σύνδρομο Μeniere χαρακτηρίζεται από επεισόδια « μπουκώματος » του αυτιού, βουητά, πτώση της ακοής, και ίλιγγο.

Τα επεισόδια διαρκούν από μερικές ώρες έως λίγες μέρες και η συχνότητά τους διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Μια κρίση Μeniere μπορεί να μην εκδηλωθεί με όλα της τα χαρακτηριστικά από την αρχή. Σε ορισμένες περιπτώσεις τα συμπτώματα μπορεί να αφορούν μόνο την ακοή ή μόνο τις διαταραχές ισορροπίας. Με το πέρασμα του χρόνου όμως, το σύνδρομο εκδηλώνεται με την πλήρη συμπτωματολογία του.

Αρχικά επίσης, τα συμπτώματα μπορεί να οφείλονται στο ένα μόνο αυτί. Με το πέρασμα όμως του χρόνου, μπορεί να εκδηλωθούν συμπτώματα και από το άλλο αυτί. Αν το σύνδρομο έχει αμφοτερόπλευρη προδιάθεση, αυτό συνήθως εκδηλώνεται μέσα στην πενταετία από την εμφάνιση των συμπτωμάτων.

Εκτός από τις κύριες εκδηλώσεις του συνδρόμου, που αφορούν στην πτώση της ακοής, την εμφάνιση του ιλίγγου, και το αίσθημα μπουκώματος του αυτιού, μπορεί να εμφανισθούν και δευτερεύουσες εκδηλώσεις, όπως δυσανεξία στους θορύβους, παραμόρφωση της χροιάς των ήχων, ή και πόνος γύρω από το αυτί.

Ο μηχανισμός πρόκλησης του συνδρόμου δεν έχει αποσαφηνισθεί πλήρως. Φαίνεται ότι για κάποιους λόγους, αυξάνει η πίεση των υγρών του λαβυρίνθου (ύδρωπας του λαβυρίνθου) και ότι αυτό οφείλεται μάλλον σε διαταραχές στην απορρόφησή τους. Επιπλέον, ενοχοποιούνται και χημικοί παράγοντες, όπως ηλεκτρολυτικές διαταραχές.

Η διάγνωση του συνδρόμου στηρίζεται κυρίως στη λήψη του ιστορικού του ασθενούς. Η αναφορά σε κρίσεις πτώσης της ακοής, ιλίγγου, ή «μπουκώματος » του αυτιού, πρέπει να βάζει την υποψία του συνδρόμου Μeniere.

Από τις διάφορες εξετάσεις που έχουν προταθεί, καμία δεν έχει αποδειχθεί ως επαρκώς διαγνωστική για το σύνδρομο. Εντελώς απαραίτητη κρίνεται φυσικά η μέτρηση της ακοής του ασθενούς. Αντίστοιχα μπορεί να μετρηθεί η λειτουργικότητα του οργάνου ισορροπίας με το νυσταγμογράφημα. Αρκετά υποσχόμενη είναι και η εξέταση της ηλεκτροκοχλιογραφίας.

Πριν ασχοληθεί κανείς με τη θεραπεία του συνδρόμου, θα πρέπει να αναζητήσει την ύπαρξη υποκείμενης νόσου που μπορεί να ευθύνεται για την πρόκληση του συνδρόμου. Για το σκοπό αυτό θα υποβάλλει τον ασθενή του σε αιματολογικό και απεικονιστικό έλεγχο αναζητώντας φλεγμονώδεις ή αυτοάνοσες παθήσεις, ή χωροκατακτητικές εξεργασίες. Στις περιπτώσεις που δεν διαπιστώνεται υποκείμενη νόσος, μιλάμε για ιδιοπαθές σύνδρομο ή νόσο Μeniere.

Η ασάφεια στη διάγνωση, τον μηχανισμό, και την αιτιολογία του συνδρόμου, αντανακλά και στις μεθόδους αντιμετώπισής του. Ευτυχώς, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι κρίσεις είναι αραιές και ήπιες και μπορεί να μην απαιτείται καθόλου θεραπεία, ή μία ήπια φαρμακευτική αγωγή.

Στον ασθενή συστήνεται η αποφυγή κατανάλωσης αλατιού, καφεΐνης και αλκοόλ, καθώς και η αποφυγή στρεσογόνων δραστηριοτήτων. Εάν αυτό δεν επαρκεί, τότε προτείνεται η λήψη φαρμακευτικής αγωγής. Συνήθως προτείνεται η λήψη ήπιων διουρητικών ή κορτιζόνης. Η κορτιζόνη χορηγείται από το στόμα ή με ενδοτυμπανική έγχυση.

Εφόσον και η φαρμακευτική αγωγή δεν επαρκεί, τότε προτείνεται η χειρουργική αντιμετώπιση του συνδρόμου. Η προσφυγή σε χειρουργική επέμβαση γίνεται για δύο λόγους. Όταν η συχνότητα και η βαρύτητα των κρίσεων καθιστούν προβληματική την καθημερινότητα του ασθενούς, και όταν οι επιπτώσεις στην ακοή καθίσταται μόνιμες και εμφανείς.

Από τις χειρουργικές μεθόδους που έχουν προταθεί, η αποσυμπίεση του ενδολεμφικού σάκου φαίνεται να έχει τα περισσότερα πλεονεκτήματα. Η επέμβαση συνίσταται στην αφαίρεση του οστού που περιβάλλει τον ενδολεμφικό σάκο, το όργανο που υποδέχεται και παροχετεύει το υγρό του λαβυρίνθου. Η αποσυμπίεση του ενδολεμφικού σάκου είναι η επέμβαση που πλησιάζει περισσότερο στην αιτιολογική αντιμετώπιση της νόσου. Εφόσον διενεργηθεί σωστά, οι πιθανές επιπλοκές είναι ελάχιστες και η μετεγχειρητική νοσηλεία χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Και είναι λογικό αυτό, αν σκεφτεί κανείς ότι πρόκειται για μια ευρεία μαστοειδεκτομή.

Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η επέμβαση δεν βελτιώνει σημαντικά την κατάσταση του ασθενούς.Άλλοι ανεβάζουν τα ποσοστά πλήρους απαλλαγής από τα επεισόδια ύδρωπα του λαβυρίνθου στο 70%, και ύφεσης των συμπτωμάτων στο 90%.

Επιπλέον, έχει παρατηρηθεί ότι σε ποσοστό 30% βελτιώνεται και η ακοή μετά την επέμβαση εφόσον το χειρουργείο γίνει μέσα στην πενταετία από την έναρξη των συμπτωμάτων. Έτσι, ο ασθενής όχι μόνο δεν έχει να χάσει κάτι από την επέμβαση αλλά αντιθέτως όσο την καθυστερεί τόσο επιβαρύνει την ακοή του. Παρόλα αυτά, αναφέρεται και ένα ποσοστό 2% οξείας νευροαισθητηρίου βαρηκοΐας από την επέμβαση, αγνώστου αιτιολογίας.

Σε περίπτωση επανεμφάνισης των συμπτωμάτων μπορεί να διενεργηθεί επανάληψη της διερεύνησης του ενδολεμφικού σάκου ή διατομή του αιθουσαίου νεύρου.

Η αιθουσαία νευρεκτομή έχει το πλεονέκτημα της ριζικότερης αντιμετώπισης του αισθήματος του ιλίγγου. Τα επεισόδια ύδρωπα του λαβυρίνθου όμως εξακολουθούν να συμβαίνουν και προοδευτικά η ακοή επιβαρύνεται. Επιπλέον, η επέμβαση αυτή βαρύνεται με περισσότερες και δυνητικά σοβαρότερες επιπλοκές συγκριτικά με την αποσυμπίεση του ενδολεμφικού σάκου. Μην ξεχνάμε τέλος ότι σε πολλούς ασθενείς οι κρίσεις Meniere πυροδοτούνται και από τα δύο αυτιά, γεγονός που καθιστά πιο δόκιμη την εφαρμογή της αποσυμπίεσης του σάκου.

Εάν τα συμπτώματα επιμείνουν, και η ακοή δεν είναι σε χρήσιμο για τον ασθενή επίπεδο, τότε καταφεύγουμε στην καταστροφή του λαβυρίνθου. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί φαρμακευτικά με ενδοτυμπανική έγχυση γενταμυκίνης, ή χειρουργικά με επεμβάσεις λαβυρινθεκτομής.

Οι κρίσεις τύπου Meniere μπορεί να γίνουν πολλές φορές βασανιστικές για τον ασθενή. Παρά τις έρευνες, το σύνδρομο εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από ασάφεια στην αιτιολογία, στο μηχανισμό, στις διαγνωστικές εξετάσεις, και στην αξιολόγηση των θεραπευτικών μεθόδων. Σε αυτό συμβάλλει και η υποκειμενικότητα σε κάποιο βαθμό των συμπτωμάτων. Παρόλα αυτά, πάντα μπορούμε να βοηθήσουμε τον ασθενή μας, αρκεί κάποιες γενναίες ίσως αποφάσεις, όπως αυτή της χειρουργικής επέμβασης, να παρθούν έγκαιρα.